ΕΡΓΑΣΙΑ & ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εργατικά ατυχήματα: Ένας ακύρηχτος πόλεμος

Τα εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα παρουσιάζουν ανησυχητική αύξηση τα τελευταία χρόνια, με τα στοιχεία να αποκαλύπτουν μια κρίσιμη κατάσταση στους χώρους εργασίας, με σοβαρές επιπτώσεις για τους εργαζόμενους και την κοινωνία συνολικά. «Ένας ακήρυχτος και κατά βάση αθέατος πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια στη χώρα με θύματα άνδρες και γυναίκες που πηγαίνουν στη δουλειά για να βγάλουν το μεροκάματο και είτε δεν γυρνούν σπίτι, καθώς χάνουν τη ζωή τους κατά την εργασία είτε τραυματίζονται σοβαρά» (για περισσότερα βλ. τα στοιχεία της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Τεχνικών Επιχειρήσεων-ΟΣΕΤΕΕ).

Η αύξηση των εργατικών ατυχημάτων αποδίδεται σε παράγοντες όπως οι κακές έως άθλιες συνθήκες εργασίας, η μαύρη εργασία, τα εξαντλητικά ωράρια και η έλλειψη επαρκούς εποπτείας. Υπό αυτή την έννοια, είναι επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση των μέτρων ασφάλειας και υγείας στην εργασία, η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου με την εφαρμογή αυστηρότερων και συστηματικότερων παρεμβάσεων και η ευαισθητοποίηση όλων των εμπλεκόμενων φορέων για την προστασία της ζωής και της υγείας των εργαζομένων. Η προστασία των εργαζομένων πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, με στόχο τη διασφάλιση ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος.

Η αναγκαιότητα κουλτούρας ασφάλειας στην εργασία

Όμως, από τα στοιχεία για τα εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα, προκύπτει με σαφήνεια η ανάγκη να αναζητηθούν και άλλες παράμετροι πίσω από τους συνεχώς αυξανόμενους αριθμούς. Η ανησυχητική αύξηση των εργατικών ατυχημάτων στην Ελλάδα αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην έλλειψη ελέγχων ή στην παραβίαση κανόνων ασφαλείας, αλλά και στη βαθύτερη απουσία μιας ουσιαστικής κουλτούρας ασφάλειας στην εργασία. Η έλλειψη αυτής της κουλτούρας έχει ως συνέπεια οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα να μην συστήνουν Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (ΕΥΑΕ). Παρότι ο νόμος προβλέπει τέτοια όργανα (βλ. Ν. 3850/2010), η απουσία τους στην πράξη δείχνει είτε αδράνεια είτε αδυναμία διεκδίκησης είτε έλλειψη πίεσης από τη βάση των εργαζομένων.

Επιπρόσθετα, οι συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων, η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας σε συνδυασμό με τις πολιτικές λιτότητας, αποδυνάμωσαν το εργατικό κίνημα, το απομάκρυναν από τη διεκδίκηση συνθηκών ασφαλούς εργασίας και ενίσχυσαν την ατομική ευθύνη εις βάρος της συλλογικής διεκδίκησης. Είχαν δε ως αποτέλεσμα την υπαναχώρηση των εργαζομένων από μια εργατική κουλτούρα (αυτο)σεβασμού της υγείας και της ασφάλειας και άρα την παραίτησή τους από τη διεκδίκηση όρων αξιοπρεπούς και ασφαλούς εργασίας. Η ατομικοποίηση των ευθυνών οδήγησε πολλούς εργαζόμενους/-ες να βλέπουν την ασφάλεια όχι ως συλλογικό δικαίωμα, αλλά ως προσωπική υπόθεση. Έτσι, η απουσία κουλτούρας κοινωνικής ασφάλειας είχε ως αποτέλεσμα να εντείνει την αποδοχή επικίνδυνων και ανθυγιεινών συνθηκών εργασίας ως «κανονικότητα», με συνέπεια να αποσιωπούνται οι απαιτήσεις για αξιοπρεπή και ασφαλή εργασία. Όπως εύστοχα τονίζουν σε σημείωμα τους οι διοργανωτές της προαναφερθείσας εικαστικής έκθεσης, «η διαχείριση της συλλογικής μνήμης αποτελεί διαχρονικό στόχο κάθε εξουσιαστικού μηχανισμού. […] Η απουσία θεσμικών και συμβολικών μορφών αναγνώρισης για τα θύματα των εργατικών ατυχημάτων αποκλείει συστηματικά την εργασιακή βία από τη συλλογική συνείδηση, συντηρώντας έτσι μια επίπλαστη εικόνα εργασιακής πραγματικότητας».

Απέναντι σε αυτή την παραίτηση, είναι αναγκαία μια αντιστροφή της υπάρχουσας κατάστασης, η οποία δεν είναι άλλη από την επανεκκίνηση μιας εργατικής κουλτούρας αξιοπρέπειας και συλλογικής προστασίας. Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα οφείλουν να επανακτήσουν τόσο το δικαίωμα όσο και την ευθύνη να απαιτούν και να διεκδικούν ασφαλείς χώρους εργασίας που προστατεύουν τη ζωή και την υγεία τους ως μια αξία που δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι απαραίτητο να αξιοποιήσουν το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, να συστήσουν Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία (ΕΥΑΕ), να προχωρούν σε καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας και να διασφαλίζουν τη σταθερή λειτουργία Μεικτών Επιτροπών Ελέγχου σε όλους τους κλάδους, με ουσιαστική συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων.

Παράλληλα, πρέπει να διεκδικούν την ενίσχυση του ρόλου των ιατρών εργασίας και να απαιτούν την αναβάθμιση των υποδομών και του εξοπλισμού, με στόχο τη συνεχή βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας.