Το περιστατικο στη Νέα Πέραμο έδειξε οτι πολύ εύκολα μπορει να οδηγηθούμε σε τραγωδία! Τα πυροσβεστικά εμποδίστηκαν απο τα σταθμευμένα αυτοκίνητα!
Τα ξημερώματα της Τρίτης προς Τετάρτη, στη Νέα Πέραμο, μια φωτιά που ξεκίνησε σε ένα δυσπρόσιτο σημείο κοντά στην παραλιακή Εγνατία Οδό έδειξε στην πράξη κάτι που πολλοί κάτοικοι της περιοχής γνωρίζουν καλά, αλλά σπάνια συζητείται ανοιχτά: πόσο ευάλωτος είναι ο οικισμός σε ένα σοβαρό συμβάν, και πόσο λίγα χρειάζονται για να μετατραπεί ένα περιστατικό που τελικά τέθηκε υπό έλεγχο σε μια πραγματική τραγωδία.
Η εστία εντοπίστηκε πάνω από την οδό Φιλίππου, σε σημείο δύσκολα προσβάσιμο. Από μόνο του αυτό δεν είναι ασυνήθιστο —πολλές πυρκαγιές ξεκινούν σε δύσβατα σημεία. Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν μόνο η φύση του εδάφους. Ήταν το γεγονός ότι τα πυροσβεστικά οχήματα, φτάνοντας στην περιοχή, βρέθηκαν αντιμέτωπα με δρόμους αποκλεισμένους από σταθμευμένα αυτοκίνητα, σε σημεία που έμοιαζαν αδιέξοδα στην άκρη του οικισμού. Αυτή η λεπτομέρεια, που εύκολα θα μπορούσε να περάσει ως μια απλή αναφορά μέσα σε μια ειδησεογραφική περιγραφή, είναι στην πραγματικότητα το πιο ανησυχητικό στοιχείο όλης της υπόθεσης.
Γιατί; Επειδή δείχνει καθαρά ότι σε περιοχές σαν τη Νέα Πέραμο δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο πλάνο επέμβασης για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Δεν μιλάμε για κάποια τυχαία, μεμονωμένη ατυχία. Μιλάμε για ένα δομικό πρόβλημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο έχουν χτιστεί και οργανωθεί αυτοί οι οικισμοί: στενοί δρόμοι, ανεξέλεγκτη στάθμευση, ελλιπής πρόβλεψη για το πώς θα κινηθεί ένα βαρύ όχημα της πυροσβεστικής σε περίπτωση ανάγκης. Όταν ένα πυροσβεστικό όχημα φτάνει σε ένα σημείο και δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή ο δρόμος είναι μπλοκαρισμένος από ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο, το πρόβλημα δεν είναι πια η φωτιά καθαυτή. Είναι το γεγονός ότι χάνονται πολύτιμα λεπτά —λεπτά που σε άλλη περίπτωση, με διαφορετική ένταση ανέμου ή διαφορετική εξάπλωση, θα μπορούσαν να είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα περιστατικό που περιορίζεται γρήγορα και σε μια καταστροφή με απώλειες.
Το γεγονός ότι η φωτιά αρχικά φάνηκε να τίθεται υπό έλεγχο, αλλά λίγο πριν τις 2 τα ξημερώματα σημειώθηκε αναζωπύρωση, δείχνει επίσης κάτι σημαντικό: ότι η κατάσταση δεν είναι ποτέ πραγματικά «κλειστή» μέχρι να περάσουν αρκετές ώρες επιτήρησης. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς σε μια στιγμή που οι δυνάμεις της πυροσβεστικής, όσο άμεσα κι αν κινητοποιήθηκαν —με ενισχύσεις από Ελευθερούπολη, Καβάλα, αλλά και την 21η ΕΜΟΔΕ— βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με τις δυσκολίες πρόσβασης που περιγράφηκαν παραπάνω. Αν σε αυτό το σκηνικό προστεθεί και ισχυρός άνεμος, κάτι που δεν συνέβη αυτή τη φορά καθώς επικρατούσε ευτυχώς άπνοια, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετικό.
Είναι σημαντικό να τονιστεί: η ευνοϊκή καιρική συνθήκη της συγκεκριμένης νύχτας δεν πρέπει να μας εφησυχάζει. Αντίθετα, θα έπρεπε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Γιατί το ίδιο ακριβώς σενάριο —φωτιά σε δυσπρόσιτο σημείο, δρόμοι μπλοκαρισμένοι από σταθμευμένα οχήματα, καθυστέρηση στην προσέγγιση— θα μπορούσε να συμβεί ξανά, ίσως την επόμενη φορά με δυνατό αέρα, με υψηλότερες θερμοκρασίες, με μεγαλύτερη καθυστέρηση στην κινητοποίηση των δυνάμεων. Και τότε το αποτέλεσμα δεν θα ήταν απλώς μια νύχτα έντασης για τους κατοίκους και τους τουρίστες που παρακολουθούσαν ανήσυχοι από κοντά, αλλά ενδεχομένως απώλειες περιουσιών, ίσως και ανθρώπινων ζωών.
Το θέμα της στάθμευσης δεν είναι δευτερεύον. Σε πολλούς παραθαλάσσιους οικισμούς της Καβάλας, ιδιαίτερα το καλοκαίρι, η αύξηση της κίνησης λόγω τουρισμού οδηγεί σε ανεξέλεγκτη στάθμευση σε δρόμους που δεν έχουν σχεδιαστεί για να εξυπηρετούν τόσο μεγάλο όγκο οχημάτων. Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό κενό ασφαλείας που, μέχρι να συμβεί κάτι σαν αυτό στη Νέα Πέραμο, παραμένει αόρατο. Μόνο όταν ένα πυροσβεστικό όχημα δεν μπορεί να περάσει, γίνεται ξαφνικά ορατό το πρόβλημα —αλλά τότε είναι ήδη αργά για να ληφθούν προληπτικά μέτρα.
Αυτό που λείπει, με βάση όσα έδειξε το συγκεκριμένο περιστατικό, είναι ένας συγκεκριμένος, τεκμηριωμένος σχεδιασμός: ποιοι δρόμοι πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι ανά πάσα στιγμή, πώς θα ενημερώνονται έγκαιρα οι κάτοικοι για να μετακινούν τα οχήματά τους σε περίπτωση συναγερμού, ποιες εναλλακτικές διαδρομές έχουν προβλεφθεί για τα οχήματα της πυροσβεστικής σε περίπτωση που η κύρια πρόσβαση είναι μπλοκαρισμένη. Χωρίς έναν τέτοιο σχεδιασμό, κάθε επέμβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων γίνεται, ουσιαστικά, μια κούρσα αυτοσχεδιασμού πάνω στο πεδίο —και αυτό, σε μια περιοχή με τόσο πυκνή δόμηση και τόσο περιορισμένη οδική υποδομή όσο η Νέα Πέραμος, είναι ένα ρίσκο που δεν πρέπει να συνεχίσουμε να παίρνουμε αμέριμνα.
Η επιτυχής, τελικά, κατάσβεση της φωτιάς δεν πρέπει να λειτουργήσει ως αφορμή εφησυχασμού. Το γεγονός ότι, παρά τις δυσκολίες πρόσβασης, οι πυροσβέστες κατάφεραν να περιορίσουν και τελικά να θέσουν υπό έλεγχο το συμβάν, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ταχύτητα κινητοποίησης και στην ευνοϊκή καιρική συνθήκη —όχι απαραίτητα σε κάποιο οργανωμένο σχέδιο αντιμετώπισης. Είναι, με άλλα λόγια, μια επιτυχία που οφείλεται εν μέρει και στην τύχη.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό, και που αξίζει να απασχολήσει τόσο την τοπική αυτοδιοίκηση όσο και τους αρμόδιους φορείς, είναι απλό: τι θα γινόταν αν η επόμενη φορά δεν είχαμε την ίδια τύχη; Αν ο άνεμος ήταν διαφορετικός, αν η ώρα ήταν διαφορετική, αν τα οχήματα που μπλόκαραν τους δρόμους ήταν περισσότερα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν πρέπει να δοθεί μετά από μια πραγματική τραγωδία, αλλά πριν από αυτήν —με συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης, αυστηρότερο έλεγχο της στάθμευσης σε ευαίσθητες περιοχές, και έναν σαφή, γνωστό σε όλους σχεδιασμό επέμβασης για την πυροσβεστική.
Η Νέα Πέραμος, όπως και πολλοί άλλοι παρόμοιοι οικισμοί κατά μήκος της ακτογραμμής της Καβάλας, δεν μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται στην καλή τύχη.

