ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Το καλώδιο επιστρέφει: Τι θα γίνει εάν το τουρκικό Ναυτικό επιχειρήσει ξανά να εμποδίσει τις εργασίες

Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου επιστρέφει στο προσκήνιο και μαζί του επιστρέφει ένα ερώτημα που η Αθήνα είχε αποφύγει να απαντήσει οριστικά μετά την κρίση της Κάσου: τι θα κάνει η Ελλάδα εάν, όταν αρχίσουν ξανά οι εργασίες στη θάλασσα, εμφανιστούν και πάλι τουρκικές φρεγάτες;

Ο Great Sea Interconnector δεν είναι πλέον απλώς ένα ενεργειακό έργο. Έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο ευαίσθητα γεωπολιτικά projects της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς συνδέει την Ελλάδα με την Κύπρο και, σε επόμενο στάδιο, το Ισραήλ, ενώ παράλληλα αγγίζει άμεσα τις ελληνοτουρκικές διαφορές για τις θαλάσσιες ζώνες.

Η Αθήνα έχει αποφασίσει να επαναφέρει το έργο σε τροχιά. Η είσοδος της γαλλικής Meridiam, η οποία απέκτησε το 66% της εταιρείας του έργου, προσθέτει μια νέα διάσταση. Η Nexans, επίσης γαλλική εταιρεία, έχει αναλάβει την κατασκευή και εγκατάσταση του καλωδίου. Παράλληλα, το project έχει λάβει σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πολύ ισχυρότερο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον από εκείνο του 2024. Δεν λύνουν όμως το βασικό πρόβλημα.

Η Τουρκία έχει ήδη δείξει ότι θεωρεί την περιοχή όπου θα πραγματοποιηθούν οι εργασίες αντικείμενο δικής της δικαιοδοσίας. Και η κρίση του καλοκαιριού του 2024 απέδειξε ότι η Άγκυρα είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική της παρουσία για να επιβάλει αυτή τη θέση στην πράξη.

Τότε, το ιταλικό ερευνητικό πλοίο Ievoli Relume πραγματοποιούσε έρευνες στην περιοχή νοτιοανατολικά της Κάσου και της Καρπάθου. Η Τουρκία έστειλε πολεμικά πλοία, εκδίδοντας παράλληλα NAVTEX με την οποία αμφισβήτησε τη νομιμότητα των ελληνικών ενεργειών. Ελληνικές μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού αναπτύχθηκαν επίσης στην περιοχή και η κρίση τελικά αποκλιμακώθηκε.

Το έργο, όμως, δεν προχώρησε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Αυτό είναι το προηγούμενο που βαραίνει σήμερα πάνω από την επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector. Γιατί εάν η Αθήνα επιστρέψει στη θάλασσα και η Τουρκία επαναλάβει την κίνηση του 2024, η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί με αυτοσχεδιασμούς.

Εάν το καλωδιακό πλοίο συνοδευτεί από ελληνικά πολεμικά πλοία, η Ελλάδα στέλνει ένα σαφές μήνυμα ότι δεν αποδέχεται στρατιωτική παρεμπόδιση ενός έργου που θεωρεί νόμιμο και ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ενός θερμού επεισοδίου. Ένα τουρκικό πλοίο που θα επιχειρήσει να πλησιάσει, ένας επικίνδυνος ελιγμός ή μια λανθασμένη εκτίμηση μπορούν να δημιουργήσουν μέσα σε λίγα λεπτά μια κρίση που κανείς δεν είχε σχεδιάσει.

Εάν, αντίθετα, η Ελλάδα επιλέξει να μην αντιδράσει δυναμικά και το καλωδιακό πλοίο αποχωρήσει μπροστά στην παρουσία του τουρκικού Ναυτικού, το άμεσο επεισόδιο μπορεί να αποφευχθεί. Θα έχει όμως δημιουργηθεί ένα πολύ δυσκολότερο πρόβλημα: η Τουρκία θα έχει αποδείξει ξανά ότι μπορεί να εμποδίσει στην πράξη μια ελληνική και ευρωπαϊκή δραστηριότητα χωρίς να χρειαστεί να υπάρξει ένοπλη σύγκρουση.