ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Νερό: Iδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα η «μεταρρύθμιση» του Υπουργείου Περιβάλλοντος & Ενέργειας

Δεν χωρά αμφιβολία για τις προθέσεις της κυβέρνησης στο μείζον θέμα της διαχείρισης του νερού και το μέλλον των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης.

«Οι 700 και πλέον οργανισμοί διαχείρισης του νερού δεν είναι μοντέλο για το μέλλον, δεν είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος διαχείρισης του νερού» τόνισε μεταξύ άλλων ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ενώ σε άλλο σημείο της τοποθέτησής του υπογράμμισε: «Συμφωνούμε όλοι ότι το νερό είναι το υπέρτατο δημόσιο αγαθό, είναι πηγή ζωής. Όμως, εκεί που διαφωνούμε είναι πως αντιμετωπίζουμε τη διαχείριση του νερού.

Προχωρούμε όπως είμαστε τώρα με τους 745 οργανισμούς ή με κάποιες βελτιώσεις; Είναι αυτό το μοντέλο; Αλλά, αυτό το μοντέλο μας έχει οδηγήσει σε τρομερή σπατάλη νερού. Μας έχει οδηγήσει σε τρομερές διαρροές. Μας έχει οδηγήσει σε περιοχές της Ελλάδας, στις όποιες οι Έλληνες πολίτες δεν έχουν πρόσβαση στο νερό, όπως στον Λαγκαδά. Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να συνεχιστεί».

Και όλα αυτά γιατί; Διότι σύμφωνα πάντα με τον υπουργό, «δεν είναι απλώς ότι η χώρα μας σύμφωνα με τις μελέτες είναι 19η στην επικινδυνότητα στο θέμα του νερού. Είναι ότι αυτό το μοντέλο του κατακερματισμού είναι αναποτελεσματικό και η ανάγκη της χρηστής διακυβέρνησης του νερού είναι πια στόχος βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ».

Η«νέα εθνική πολιτική για το νερό» δεν συνιστά ούτε νέα, ούτε βιώσιμη πολιτική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του νερού. Πρώτα και κύρια γιατί η λειψυδρία δεν είναι θεομηνία, για να αντιμετωπίζεται με την ανάθεση μεγάλων έργων με επείγουσες διαδικασίες fast track. Η αναγκαιότητα των οποίων, μάλιστα, δεν προκύπτει από κανένα σχέδιο διαχείρισης υδάτων.

Η λειψυδρία αποκαλύπτει την απουσία βιώσιμης πολιτικής για το νερό.

Η αδυναμία σχεδιασμού μιας ολοκληρωμένης υδατικής πολιτικής στους τομείς της άρδευσης, της ύδρευσης και του τουρισμού, σε συνδυασμό με την αδιέξοδη και περιβαλλοντικά καταστροφική πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς, αντί της βιώσιμης πολιτικής της διαχείρισης του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης του νερού, που έχει ως σκοπό τη δραστική εξοικονόμησή του, είναι οι κύριες αιτίες της λειψυδρίας. Οι οποίες όχι απλώς δεν θεραπεύονται στη νέα «μεταρρύθμιση», αλλά αντίθετα επιδεινώνονται.

Η πολιτική της κατασκευής νέων μεγάλων έργων για την αξιοποίηση διαρκώς νέων υδατικών αποθεμάτων για ένα φυσικό αγαθό που όλοι συμφωνούν ότι βρίσκεται σε ανεπάρκεια, είναι εκτός αρχών βιώσιμης ανάπτυξης.

Η επίκληση της κλιματικής αλλαγής, άλλωστε, γίνεται προσχηματικά. Καθώς από πουθενά δεν προκύπτει ότι αυτή είναι συνυφασμένη με την ξηρασία, αλλά, αντίθετα, με την εναλλαγή ξηρών και υγρών περιόδων.

Οι αναγκαστικές συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ με εισηγμένες στο Χρηματιστήριο επιχειρήσεις ιδιωτικοποιούν από την πίσω πόρτα την κοινωνική δραστηριότητα της ύδρευσης.

Η ίδρυση των ΔΕΥΑ, που τώρα καταργούνται, υλοποίησε στην πράξη την καθολική παραδοχή ότι το νερό είναι κοινό αγαθό που ανήκει σε όλους.

Οι συγχωνεύσεις και η παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης έργων δεν αντιμετωπίζουν τη λειψυδρία, ούτε όμως και υπηρετούν τον χαρακτήρα του νερού ως κοινού αγαθού. Εξυπηρετούν μόνο μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που επιβουλεύονται το νερό. Συμβάλλοντας, έτσι, στην ιδιωτικοποίηση ενός δημόσιου αγαθού από την πίσω πόρτα.