ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ

Ο σιδηροδρομικός αποκλεισμός της ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης συνεχίζεται…

Εδω και 7 χρόνια, η περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, βρίσκεται κάτω απο ενα καθεστώς σιδηροδρομικού αποκλεισμού.

Εφτά ολόκληρα χρόνια μετά την έναρξη της αβεβαιότητας, η περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης στερείται μιας κανονικής, σύγχρονης επιβατικής σιδηροδρομικής σύνδεσης με τη Θεσσαλονίκη και τον υπόλοιπο εθνικό ιστό. Ό,τι δοκιμάστηκε ως προσωρινή διευθέτηση —αλλαγές δρομολογίων, ημίμετρα, αναβολές— δεν κατέληξε ποτέ σε μια σταθερή λύση.

Κι εδώ γεννάται το ουσιώδες ερώτημα: υπάρχει σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα επαναφοράς του τρένου στην περιοχή μας; Η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να μάθει: Έχει ολοκληρωθεί η απαραίτητη μελέτη; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος για να ξαναλειτουργήσει η γραμμή; Ποιο χρονικό πλαίσιο τίθεται; Από πού θα προέλθουν οι πόροι; Πότε, τελικά, θα μπορεί κάποιος από την Κομοτηνή, την Ξάνθη ή την Αλεξανδρούπολη να επιβιβαστεί ξανά σε τρένο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη;

Επίσης, πρόσφατα, νέα εμπλοκή προκύπτει για το μεγάλο σιδηροδρομικό έργο που αφορά τη σύνδεση της Νέας Καρβάλης με τους Τοξότες, καθώς το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν ενέκρινε την υπογραφή της σύμβασης, επικαλούμενο σοβαρές ελλείψεις στον σχεδιασμό και αυξημένους κινδύνους για την ασφάλεια.

Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 193 εκατομμυρίων ευρώ, θεωρούνταν κομβικής σημασίας για τη διασύνδεση του λιμανιού της Καβάλας με το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας και είχε ήδη ολοκληρώσει τη διαγωνιστική διαδικασία, με ανάδοχο εταιρεία που είχε επιλεγεί από τα τέλη του 2024.

Βέβαια, σύμφωνα με την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εντοπίστηκαν σοβαρά ζητήματα που σχετίζονται με τη γειτνίαση του σχεδιαζόμενουν Εμπορευματικού Σταθμού με βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής επικινδυνότητας στην περιοχή της Νέας Καρβάλης.

Πάντςω δεν πρόκειται για ερωτήματα κομματικής αντιπαράθεσης. Είναι απλώς όσα αναμένει εύλογα μια κοινωνία που περιμένει εδώ και επτά χρόνια. Γιατί μια «προσωρινή» κατάσταση που κρατά τόσο καιρό, παύει πια να ονομάζεται προσωρινή· μετατρέπεται σε μόνιμο πρόβλημα που χρειάζεται λύση, όχι δικαιολογίες.

Δεν αγνοούμε ότι γίνονται έργα σε επιμέρους τμήματα του δικτύου. Ο σιδηροδρομικός άξονας Αλεξανδρούπολης–Ορμενίου, για παράδειγμα, έχει μεγάλη βαρύτητα για τις εμπορευματικές μεταφορές και τη γεωπολιτική θέση της περιοχής. Κάθε τέτοια αναβάθμιση είναι καλοδεχούμενη. Ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέουμε δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα: η βελτίωση ενός επιμέρους τμήματος δεν ισοδυναμεί με την πραγματική επανασύνδεση ολόκληρης της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με τη Θεσσαλονίκη και τον εθνικό σιδηρόδρομο. Αυτό παραμένει το ζητούμενο, και παραμένει ανοιχτό.

Η Ροδόπη ίσως πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα αυτής της απομόνωσης. Μια Περιφερειακή Ενότητα χωρίς αεροδρόμιο, χωρίς εμπορικό λιμάνι, εξαρτημένη σχεδόν αποκλειστικά από την Εγνατία Οδό για την πρόσβασή της. Η απουσία σιδηροδρόμου εκεί δεν είναι απλά συγκοινωνιακό ζήτημα· είναι ζήτημα ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και καθημερινής ζωής. Λιγότερες επιλογές μετακίνησης για τους πολίτες, μεγαλύτερη δυσκολία πρόσβασης για φοιτητές κι εργαζόμενους, αυξημένο κόστος μεταφοράς για τις επιχειρήσεις, και ακόμη μεγαλύτερη απομάκρυνση μιας ήδη ακριτικής περιοχής από τα οικονομικά κέντρα της χώρας.

Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στις συγκοινωνίες· συνδέεται στενά με τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η περιοχή: την πληθυσμιακή συρρίκνωση. Η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αδειάζει από νέους ανθρώπους που αναζητούν ευκαιρίες αλλού, ενώ οι μικρές κοινωνίες δυσκολεύονται να διατηρήσουν ζωντανό τον κοινωνικό και οικονομικό τους ιστό. Σε αυτές τις συνθήκες, οι υποδομές δεν αποτελούν πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση επιβίωσης. Μια περιοχή που θέλει να κρατήσει τους κατοίκους της χρειάζεται συνδέσεις, πρόσβαση και προοπτικές.

Ο σιδηρόδρομος, λοιπόν, δεν είναι απλώς μέσο μετακίνησης· είναι εργαλείο ανάπτυξης, παράγοντας κοινωνικής συνοχής, κομμάτι μιας ευρύτερης πολιτικής απέναντι στο δημογραφικό. Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται με εξαγγελίες, αλλά με πράξεις που επιτρέπουν στον κόσμο να μείνει και να χτίσει τη ζωή του εκεί όπου γεννήθηκε.

Μετά από εφτά χρόνια, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι λείπει το τρένο—είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει πότε και πώς θα επιστρέψει. Η περιοχή μας δεν ζητά ευνοϊκή μεταχείριση ούτε προνόμια. Ζητά αυτό που της αναλογεί: ίσες υποδομές, ίσες ευκαιρίες, ίση αντιμετώπιση.