Ερώτηση βουλευτών ΣΥΡΙΖΑ για το έργο αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο – μια επικίνδυνη επιλογή που βαφτίζεται “πράσινη μετάβαση»
Προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας
Θέμα: «Το έργο αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο – μια επικίνδυνη επιλογή που βαφτίζεται “πράσινη μετάβαση»
Την ώρα που η κλιματική κρίση επιδεινώνεται και η ανάγκη για ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου καθίσταται επιτακτική, η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει πολιτικά και θεσμικά σε λύσεις που δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του. Αντί για ένα συνεκτικό σχέδιο απανθρακοποίησης της παραγωγής και ενεργειακής μετάβασης με κοινωνικά και περιβαλλοντικά βιώσιμους όρους, προωθείται μια τεχνολογία που μεταθέτει το πρόβλημα χρονικά και γεωγραφικά, δημιουργώντας νέα πεδία κινδύνου.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το έργο δέσμευσης και γεωλογικής αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) στον Πρίνο, το οποίο υλοποιείται από την EnEarth Greece, θυγατρική του ομίλου Energean – δηλαδή από έναν όμιλο που δραστηριοποιείται στην εξόρυξη υδρογονανθράκων. Το έργο παρουσιάζεται ως «πράσινη υποδομή» και «έργο εθνικής σημασίας», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια επιλογή που επιτρέπει τη συνέχιση της ρύπανσης και μεταθέτει το πρόβλημα στο υπέδαφος. Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ της LiFO, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται απόψεις ειδικών επιστημόνων, πρόκειται για την εγκατάσταση μιας υποθαλάσσιας «αποθήκης» CO₂ σε βάθος περίπου τριών χιλιομέτρων κάτω από τον πυθμένα του κόλπου της Καβάλας, σε εξαντλημένο κοίτασμα υδρογονανθράκων . Το έργο παρουσιάζεται ως εμβληματική πράσινη υποδομή, ικανή να συμβάλει στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων κλιματικής ουδετερότητας
Προβλέπεται συνολική επένδυση άνω του 1 δισ. Ευρώ. Έχουν ήδη εξασφαλιστεί περίπου 270 εκατ. ευρώ ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και έχει εξασφαλιστεί επιτάχυνση αδειοδοτήσεων. Η κυβέρνηση κατευθύνει δηλαδή σημαντικούς δημόσιους πόρους σε ένα έργο που:
- Υποτίθεται ότι εξυπηρετεί την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας χωρίς ουσιαστική μείωση εκπομπών,
- υλοποιείται από εταιρεία εξόρυξης υδρογονανθράκων,
- και εμφανίζεται επικοινωνιακά ως «πράσινη μετάβαση».
Ωστόσο, η πραγματικότητα που αναδεικνύεται μέσα από τις τοποθετήσεις επιστημόνων και φορέων, είναι πολύ πιο σύνθετη και ανησυχητική.
Καταρχάς, η ίδια η λογική της τεχνολογίας εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Όπως επισημαίνεται, η αποθήκευση CO₂ δεν συνεπάγεται μείωση των εκπομπών στην πηγή, αλλά ουσιαστικά «θάβει» το διοξείδιο του άνθρακα στο υπέδαφος. Πρόκειται, δηλαδή, για μια προσέγγιση που δεν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο, αλλά επιχειρεί να το καταστήσει διαχειρίσιμο μέσω τεχνικών παρεμβάσεων υψηλού ρίσκου και αβέβαιης αποτελεσματικότητας, προσθέτοντας επιπλέον κόστος στο παραγωγικό σύστημα.
Παράλληλα, η κοινωνική και επιστημονική αντίδραση στο έργο είναι ήδη έντονη. Η τοπική κοινωνία σε Καβάλα και Θάσο βρίσκεται σε κατάσταση κινητοποίησης, ενώ έχουν κατατεθεί προσφυγές ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τόσο από τον Δήμο Θάσου όσο και από συλλογικότητες πολιτών και φορέων. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει ένα σαφές έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης, το οποίο δεν μπορεί να αγνοείται, ιδίως σε έργα με δυνητικά μη αναστρέψιμες επιπτώσεις.
Οι επισημάνσεις τις επιστημονικής κοινότητας και των περιβαλλοντικών οργανώσεων για τους κινδύνους του έργου είναι εξαιρετικά σοβαρές και δεν επιτρέπουν κανέναν εφησυχασμό. Η έγχυση CO₂ σε μεγάλα βάθη μεταβάλλει τις γεωλογικές ισορροπίες και δημιουργεί ένα σύστημα υψηλής πίεσης, του οποίου η ασφάλεια βασίζεται σε αμφίβολες προϋποθέσεις, όπως η διαχρονική στεγανότητα των πετρωμάτων και των γεωτρήσεων. Σε μια σεισμογενή περιοχή, τα ερωτήματα αυτά δεν είναι θεωρητικά, αλλά απολύτως πραγματικά.
Την ίδια στιγμή, ο κίνδυνος διαρροής –μέσω ρωγμών ή παλαιών γεωτρήσεων– και η πιθανότητα οξίνισης των θαλάσσιων υδάτων, με καταστροφικές συνέπειες για τα οικοσυστήματα και την αλιεία, καθιστούν το έργο ένα πείραμα υψηλού ρίσκου, μάλιστα εντός περιοχής Natura 2000.
Παρά τα παραπάνω, ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), η οποία –παρά τον όγκο και την τεχνική της έκταση– φέρεται να αντιμετωπίζει κρίσιμους κινδύνους με γενικόλογο τρόπο και να υποβαθμίζει τη σοβαρότητά τους. Η διαπίστωση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς την ποιότητα της περιβαλλοντικής αξιολόγησης και τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Το προτεινόμενο έργο, ως έργο δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS) είναι απαραίτητο, με δεδομένα μάλιστα την υψηλή επικινδυνότητα των έργων αυτών, αλλά και την εμπειρία που υπάρχει αναφορικά με πολλαπλές αστοχίες τους, να αξιολογηθεί με βάση συγκεκριμένα δεδομένα και αναλύσεις που πρέπει να υπάρχουν στην Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) του έργου και όχι με αόριστες δηλώσεις για τήρηση των μέτρων πρόληψης και μετριασμού των επιπτώσεων, οι οποίες είναι δυνατόν να προκληθούν είτε στη φάση κατασκευής, είτε στη φάση λειτουργίας είτε στην φάση της μακροχρόνιας αποθήκευσης του CO2 στο υπέδαφος.
Με βάση την παρουσίαση που προηγήθηκε, η ΜΠΕ στερείται αυτών των αναλυτικών και σαφών προσδιορισμών των επιπτώσεων των διαφόρων φάσεων του έργου στο θαλάσσιο περιβάλλον και τους θαλάσσιους οργανισμούς. Αλλά το πλέον σημαντικό είναι ότι η ΜΠΕ δεν ασχολείται διεξοδικά με τις διαρροές CO2 που είναι δυνατόν να συμβούν όχι μόνον στις διάφορες φάσεις του έργου (κατασκευής και λειτουργίας), αλλά και στη διάρκεια της παραμονής του CO2 στο υπέδαφος. Η αποθήκευση CO2 στο υπέδαφος των ωκεανών δεν εξαντλείται στην εξασφάλιση ταμιευτήρων, αλλά έχει, πρέπει να έχει, ως προτεραιότητα τη διαχείριση των περιβαλλοντικών κινδύνων. Είναι απαραίτητο να προσδιοριστούν συστηματικά και να ποσοτικοποιηθούν οι διάφοροι κίνδυνοι και για το θαλάσσιο περιβάλλον και τα θαλάσσια οικοσυστήματα, και όχι να περιορίζεται η όποια αναφορά στους κινδύνους αυτούς σε διαβεβαιώσεις τήρησης όλων των κανόνων πρόληψης και μετριασμού των κινδύνων είτε σε ποιοτικές «αναλύσεις» που υποβαθμίζουν τους κινδύνους αυτούς και τις επιπτώσεις τους.
Με βάση την υπάρχουσα ΜΠΕ, αλλά και τις άλλες σχετικές «ασάφειες» που ήδη έχουν προσδιοριστεί και από άλλους ειδικούς που έχουν ασχοληθεί με τα υπόλοιπα τμήματα της μελέτης αυτής, την πολύ υψηλή επικινδυνότητα του έργου (που κάθε άλλο παρά διερευνάται διεξοδικά στην ΜΠΕ) τόσο για το περιβάλλον όσο και για την υγεία και ασφάλεια των εργαζόμενων και κατοίκων της περιοχής, το αμφίβολο της επίτευξης του υποτιθέμενου στόχου του για συμβολή στη μείωση του παραγόμενου CO2, αφού η παραγωγή και η χρήση ορυκτών καυσίμων δεν περιορίζεται από τέτοιου είδους έργα αποθήκευσης του CO2, και τέλος λαμβάνοντας και το υπερβολικά υψηλό οικονομικό του κόστος, η συνολική θέση θα πρέπει να είναι αρνητική ως προς την υλοποίηση αποθήκευσης CO2 στην περιοχή του Πρίνου.
Σημαντικότερη όμως είναι η παράλειψη της ΜΠΕ να προβεί σε ποσοτικοποιημένη εκτίμηση των εκπομπών Αερίων του Θερμοκηπίου (ΑτΘ). Ειδικότερα:
Σύμφωνα με πάγια, πλέον, νομολογία διεθνών δικαστηρίων (π.χ. ICJ (2025), ITLOS (2024), ECtHR (2025), EFTA Court (2025)) αλλά και εθνικών δικαστηρίων (ενδεικτικά η εμβληματική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Η.Β (2024), στις ΜΠΕ θα πρέπει να αξιολογούνται ποσοτικοποιημένα όλες οι εκπομπές (άμεσες και έμμεσες) των ΑτΘ από τα συγκεκριμένα έργα. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθώντας μια αναγνωρισμένη επιστημονική μεθοδολογία (GHG Protocol) θα πρέπει να υπάρχει εκτίμηση και των εκπομπών που προέρχονται και από άλλες δραστηριότητες που συνδέονται με το συγκεκριμένο έργο. (οι λεγόμενες scope 3 εκπομπές). Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει εκτίμηση των εκπομπών ΑτΘ των επιχειρήσεων οι οποίες θα κατευθύνουν το CO2 που παράγουν προς τον Πρίνο (ιδίως οι ενεργοβόρες τσιμεντοβιομηχανίες). Από την παραπάνω συνολική εκτίμηση των εκπομπών ΑτΘ θα προκύψει κατά πόσο το εν λόγω έργο είναι συμβατό με τις υποχρεώσεις της χώρας που προβλέπονται από τη νομοθεσία της ΕΕ για το κλίμα (π.χ., καν. 2023/852, καν. 2021/2119 όπως τροποποιείται οσονούπω επί αυστηρότερο κλπ.)
Τέλος, η επίκληση της διεθνούς εμπειρίας δεν φαίνεται να είναι τόσο αδιαμφισβήτητη όσο παρουσιάζεται. Η συμβολή της τεχνολογίας CCS σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένει περιορισμένη, καλύπτει μόλις 0,16%–1,3% των εκπομπών, παρουσιάζει αστοχίες και προβλήματα σε διεθνή έργα, και σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με τη συνέχιση της εξόρυξης υδρογονανθράκων .
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: Δεν πρόκειται για πράσινη μετάβαση, αλλά για ένα ακριβό και επικίνδυνο άλλοθι συνέχισης της ρύπανσης, με τη σφραγίδα της κυβέρνησης. Συνεπώς, η εικόνα μιας πλήρως ώριμης και απολύτως ασφαλούς τεχνολογίας δεν ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα δεδομένα.
Με βάση όλα τα παραπάνω, το έργο του Πρίνου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητα «πράσινη λύση», αλλά ως μια επιλογή με σοβαρές αβεβαιότητες, η οποία απαιτεί αυξημένο επίπεδο διαφάνειας, επιστημονικής τεκμηρίωσης και δημοκρατικού ελέγχου. Αντί να λύνει ένα πρόβλημα κληρονομεί ένα ακόμη στις επόμενες γενιές.
Κατόπιν αυτών, ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:
- Είναι αλήθεια ότι το σύστημα έχει μικρό ποσοστό επιτυχίας και καλύπτει λιγότερο από το 1,7% των παγκόσμιων εκπομπών;
- Πώς τεκμηριώνεται επιστημονικά η ασφάλεια του έργου, ιδίως ως προς τη σεισμικότητα και τον κίνδυνο διαρροών σε βάθος χρόνου;
- Για ποιο λόγο προχώρησε η αδειοδότηση, παρά τις εκκρεμείς προσφυγές και τις σοβαρές επιστημονικές ενστάσεις;
- Για ποιο λόγο το έργο τεμαχίζεται σε μικρότερες φάσεις;
- Πώς διασφαλίζεται η στεγανότητα των γεωλογικών σχηματισμών και των γεωτρήσεων σε μακροχρόνιο ορίζοντα;
- Ποια είναι τα συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης και αντιμετώπισης σε περίπτωση διαρροής CO₂;
- Πώς αξιολογούνται οι επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον και στις προστατευόμενες περιοχές Natura 2000;
- Πώς αιτιολογείται η έγκριση της ΜΠΕ, ενώ δεν περιλαμβάνει ποσοτικοποιημένη εκτίμηση του συνόλου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ), συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων εκπομπών (scope 3), κατά παράβαση των αναγνωρισμένων επιστημονικών προτύπων και της διαμορφούμενης διεθνούς και εθνικής νομολογίας;
- Με ποιον τρόπο τεκμηριώθηκε η συμβατότητα του έργου με τις δεσμεύσεις της ενωσιακής νομοθεσίας για το κλίμα, ελλείψει συνολικής αποτίμησης των εκπομπών ΑτΘ, ιδίως αυτών που προέρχονται από συνδεόμενες δραστηριότητες τρίτων επιχειρήσεων;
- Προτίθεται το Υπουργείο να επανεξετάσει το έργο υπό το πρίσμα της αρχής της προφύλαξης;
- Ποια είναι η συνολική στρατηγική του Υπουργείου για την απανθρακοποίηση, πέρα από τεχνολογίες αποθήκευσης;

