Latest

Δρόμοι για τις ανεμογεννήτριες στο όνομα της πυροπροστασίας / «Όχι» της Αποκεντρωμένης για νέες ανεμογεννήτριες στα καμένα της Αλεξανδρούπολης

Σε μαριονέτα των οικονομικών συμφερόντων των εταιρειών που συγκροτούν το αιολικό λόμπι στη χώρα μας έχει μετατραπεί το υπουργείο Περιβάλλοντος, το οποίο αυτή τη φορά με μια εγκύκλιο επιχειρεί να ξεπεράσει ένα «αγκάθι» στην αδειοδότηση των αιολικών, που αφορά την επέκταση της δασικής οδοποιίας, προκειμένου να διανοιχτούν δρόμοι για την εγκατάσταση και λειτουργία ανεμογεννητριών σε απάτητες κορφές επικαλούμενο την αντιπυρική προστασία.

Ουσιαστικά με αυτή την εγκύκλιο επιχειρείται η εξυπηρέτηση έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) με την ποδηγέτηση των Δασαρχείων της χώρας που σε κάποιες περιπτώσεις διατυπώνουν αρνητικές γνωμοδοτήσεις σε Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για έργα αιολικών εγκαταστάσεων, τις οποίες σχεδόν κατά κανόνα αγνοεί το υπουργείο εγκρίνοντας τελικά τα έργα («Ηχηρό “όχι” από τις δασικές υπηρεσίες για το αιολικό στο Μελισσοβούνι Ερυμάνθου», «Εφ.Συν.», 21/2/2024). Γεγονός που, πέραν του ότι χαλάει την εικόνα του νομότυπου της αδειοδότησης, αξιοποιείται και στις προσφυγές προς το Συμβούλιο της Επικρατείας για την ακύρωση των έργων.

Με την εγκύκλιο που υπογράφει ο γενικός γραμματέας Δασών, Ευστάθιος Σταθόπουλος (20/12/2024), θεωρείται ως δεδομένο ότι η διάνοιξη νέων δρόμων σε ορεινές δασικές περιοχές για την εξυπηρέτηση των αιολικών ως επέκταση της υπάρχουσας δασικής οδοποιίας όχι μόνο δεν είναι επιβλαβής για τα δασικά οικοσυστήματα, αλλά, αντιθέτως, έχει «διττό ρόλο» καθώς εξυπηρετεί παράλληλα και την αντιπυρική θωράκιση (ως αντιπυρικές ζώνες) και εν γένει θα έχει και προστατευτικό ρόλο για τις εκτάσεις δασικού χαρακτήρα! Εξ ου και ο τίτλος της εγκυκλίου «Ο διττός ρόλος και η αποστολή συνοδών έργων δασικής οδοποιίας στα δασικά εδάφη».

Οπως αναφέρεται στο ομολογουμένως δυσνόητο και μερικώς ασύντακτο κείμενο της εγκυκλίου, «προκειμένης της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ (…) υλοποιούνται επεμβάσεις διάνοιξης δασικών οδών επί εκτάσεων που διέπονται των προστατευτικών διατάξεων της δασικής νομοθεσίας ως συνοδά έργα, κατόπιν θεωρήσεως και εγκρίσεως αρμοδίως ειδικής δασοτεχνικής μελέτης τηρουμένων των προδιαγραφών αντιστοίχου κατηγορίας δασικών οδών, εν προκειμένω τεχνικές προδιαγραφές δασικής οδοποιίας Γ’ κατηγορίας, προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένου σκοπού, ήτοι: ανάπτυξης έργων ΑΠΕ (…). Προς επίτευξη τούτων, ο σχεδιασμός της διάνοιξης δασικής οδού συναρτάται του συνόλου αντιπυρικής θωράκισης του ευρύτερου δασικού χώρου εξυπηρετώντας ταυτοχρόνως την προστατευτική σπουδαιότητα και δασοπονική αναγκαιότητα των φυσικών δασικών οικοσυστημάτων και των εκτάσεων δασικού χαρακτήρα γενικότερα. Τούτου δοθέντος θα αναδεικνύεται, στις σχετικές γνωμοδοτήσεις των αρμοδίων Δασικών Υπηρεσιών, η διττή αποστολή και ο ρόλος της διάνοιξης δασικών οδών στο πλαίσιο συνοδών έργων ΑΠΕ» καταλήγει η εγκύκλιος που κοινοποιήθηκε στις δασικές υπηρεσίες της χώρας.

Θεωρητικά καμία εγκύκλιος δεν είναι νομικά δεσμευτική. Πρακτικά όμως οι δασικές υπηρεσίες και συνολικά οι δημόσιες ακολουθούν τυφλά τις εγκυκλίους. Ετσι στην πράξη με αυτή την εγκύκλιο εξαναγκάζονται πλέον οι δασικές υπηρεσίες όταν γνωμοδοτούν ή αξιολογούν να έχουν ως δεδομένο ότι η διάνοιξη οδών για έργα ΑΠΕ έχει προστατευτικό για τις πυρκαγιές ρόλο για τις εκτάσεις δασικού χαρακτήρα και υπό τον φόβο, εφόσον γνωμοδοτήσουν αρνητικά, να κατηγορηθούν επειδή αγνόησαν τον «προστατευτικό» κατά την εγκύκλιο ρόλο των δρόμων και να καταστούν υπεύθυνες για τις συνέπειες οποιασδήποτε πυρκαγιάς ξεσπάσει σε μια περιοχή.

Επέμβαση

Εξάλλου η εγκύκλιος παραβλέπει συνειδητά επιστημονικές απόψεις για τις αντιπυρικές ζώνες, όπως αυτή που έχει καταθέσει το WWF: «Επειδή η διάνοιξη ζωνών είναι μια δαπανηρή από τη μια δράση και από την άλλη μια σημαντική επέμβαση στο φυσικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσέξουμε στην κατασκευή τους τόσο το είδος της πυρκαγιάς που δίνει κάθε καιγόμενη ύλη (δηλαδή τα δέντρα, χόρτα, θάμνοι, ξερά φύλλα και κλαδιά, σάπιες ρίζες) όσο και τη διάβρωση του εδάφους που μπορεί να προκληθεί από τη διάνοιξη των ζωνών, την αισθητική αξία του τοπίου και άλλους παράγοντες, όπως ευκολία διακίνησης ανθρώπων (αλλά και λαθροθήρων ειδικότερα), μηχανών κ.λπ.».

Πράγματι ο γενικός γραμματέας Δασών κάνει ότι αγνοεί ότι τα οικοσυστήματα δεν κινδυνεύουν μόνο από τη φωτιά. Η διάνοιξη νέων δασικών οδών σε προστατευόμενες δασικές εκτάσεις επιφέρει αναπόφευκτα τη διάσπαση του οικοσυστήματος. Οι δρόμοι αυτοί ενδέχεται να αποτελούν ένα πρόσθετο εμπόδιο για τη φυσική διαδρομή των άγριων ζώων, την επικοινωνία τους και τη μετανάστευσή τους. Οι νέες οδοί, δε, διευκολύνουν την πρόσβαση ανθρώπων και μηχανημάτων σε απομονωμένες περιοχές του δάσους, λόγος για τον οποίο ευνοούν την παράνομη υλοτομία, τη λαθροθηρία και την πρόκληση πυρκαγιών. Εξάλλου απαιτούν τακτική συντήρηση για να παραμείνουν λειτουργικοί και ασφαλείς, ιδιαίτερα σε δύσβατες περιοχές, ενώ έχει καταγραφεί η απόρριψη των πρανών σε πλαγιές κατά την κατασκευή τους, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τις ροές του νερού και να προκληθούν πλημμύρες ή άλλες καταστροφές.

Νομολογία

Αν και ο ίδιος νομικός, ο γενικός γραμματέας Δασών παραβλέπει ακόμη και τη νομολογία του ΣτΕ. «Η εγκύκλιος -η οποία έχει και σοβαρά συντακτικά και γραμματικά λάθη- είναι νομικά και επιστημονικά αβάσιμη. Αγνοεί την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (αποφάσεις 772/1992, 3056/2001, 1335/2023), το οποίο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι, προκειμένου η διάνοιξη ενός δασικού δρόμου να εξυπηρετεί την αντιπυρική προστασία, πρέπει ο δρόμος αυτός να αποτελεί αναγκαίο και αναπόσπαστο τμήμα του ευρύτερου δικτύου πυρασφάλειας της δασικής περιοχής και τούτο να τεκμηριώνεται κατόπιν συνολικής μελέτης πυροπροστασίας. Καλούνται έτσι οι δασικές υπηρεσίες να γνωμοδοτούν, ειδικά για έργα ΑΠΕ, κατά παράβαση του νόμου και να εγκρίνουν με ανεπαρκή και μη νόμιμη αιτιολογία συναφή έργα δασικής οδοποιίας ως δήθεν προστατευτικά του δάσους, ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούν μόνο την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις των έργων αυτών. Και όλα αυτά τη στιγμή που σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη (Kati et al., How much wilderness is left? A roadless approach under the Global and the European Biodiversity Strategy focusing on Greece) η φυσική και ημιφυσική βλάστηση εντός των περιοχών άνευ δρόμων καίγεται με μικρότερη συχνότητα από ό,τι η βλάστηση σε άλλες περιοχές», λέει στην «Εφ.Συν.» ο Παναγιώτης Φωκάς-Παγουλάτος, δικηγόρος και μέλος της Πρωτοβουλίας Αθήνας για την προστασία των Αγράφων.

Αραγε, σε ποια από αυτές τις βουνοκορφές οι δρόμοι για τα αιολικά εξυπηρετούν την αντιπυρική προστασία;

Εξαίρεση

«Αποτελεί συνέχιση μιας κακής πρακτικής, η οποία συνίσταται στη διευκόλυνση παντί τρόπω της εγκατάστασης έργων ΑΠΕ και συναφών υποδομών σε δάση και δασικές εκτάσεις, μολονότι αυτή θα έπρεπε να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Σε ό,τι αφορά τα αιολικά, βάσει προγενέστερης εγκυκλίου του 2013, εγκρίνονται συστηματικά από τις δασικές υπηρεσίες δασικοί δρόμοι με διαστάσεις μεγαλύτερες εκείνων που επιτρέπονται παγίως για τους άλλους δασικούς δρόμους. Οι δρόμοι αυτοί συχνότατα διανοίγονται ή διαπλατύνονται έως τις κορυφές των βουνών, όπου εκεί κυρίως εγκαθίστανται οι ανεμογεννήτριες στην Ελλάδα, ενώ πρόκειται για μηχανήματα που έχουν σχεδιαστεί κυρίως για πεδινές εκτάσεις. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην Ελλάδα καταλαμβάνεται αναλογικά 3,5 φορές μεγαλύτερη έκταση γης (κατά βάση δασικού χαρακτήρα) ανά παραγόμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά απ’ ό,τι εκτιμάται διεθνώς, όπως έχει αποδειχτεί επιστημονικά (Kati et al., The overlooked threat of land take from wind energy infrastructures: Quantification, drivers and policy gaps). Δυστυχώς τα επιστημονικά αυτά δεδομένα αγνοούνται από τη Διοίκηση, η οποία εξακολουθεί να εφαρμόζει το παρωχημένο Ειδικό Χωροταξικό για τις ΑΠΕ, το οποίο μάλιστα κατά παράβαση του νόμου δεν αξιολογήθηκε ποτέ από τότε που θεσπίστηκε και η ισχύς του οποίου έχει λήξει» επισημαίνει.

Τελικά με αυτή την εγκύκλιο το ΥΠΕΝ υιοθετεί πλήρως τις απόψεις της Ελληνικής Επιστημονικής Ενωσης Αιολικής Ενέργειας (ΕΛΕΤΑΕΝ), του επίσημου οργάνου του αιολικού λόμπι, που τον περασμένο Μάρτιο διοργάνωσε εκδήλωση με θέμα «Τα αιολικά πάρκα στην προστασία του δασικού περιβάλλοντος» στην οποία είχε λάβει μέρος και ο Γιώργος Βασιλόπουλος, διευθυντής του γραφείου του γενικού γραμματέα Δασών. Σε αυτήν είχε υποστηριχτεί ότι «οι δρόμοι που βελτιώνονται ή διανοίγονται για τα αιολικά πάρκα σχεδιάζονται, κατασκευάζονται και διατηρούνται σε καλή κατάσταση, σε συνεργασία με τις δασικές υπηρεσίες και σύμφωνα με τις προδιαγραφές τους, για να εξυπηρετούν και τα οχήματα της δασικής και της πυροσβεστικής υπηρεσίας για την προστασία του δάσους».

«Όχι» της Αποκεντρωμένης για νέες ανεμογεννήτριες στα καμένα της Αλεξανδρούπολης

Στην απόρριψη της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων για έργο εγκατάστασης αιολικού σταθμού σε περιοχή του Δήμου Αλεξανδρούπολης που επλήγη από την καταστροφική πυρκαγιά του 2023 και που ταυτόχρονα χωροθετείται στην «καρδιά» αντιπυρικής ζώνης που χαρακτηρίζεται ως «ύψιστης σημασίας», προχώρησε η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας-Θράκης.

Η αίτηση της εταιρείας και η υποβολή φακέλου μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατατέθηκε τον Μάιο του 2022, πριν την καταστροφική πυρκαγιά του 2023, ωστόσο, μετά από τη φωτιά, δεν προχώρησε σε επικαιροποίηση κρίσιμων στοιχείων της μελέτης. Το έργο αφορά στην κατασκευή και λειτουργία αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ισχύος 23,4MW, στη θέση «ΠΛΑΚΑ», καθώς και στα συνοδά έργα διάνοιξης νέας οδοποιίας, κατασκευής γραμμής μέσης τάσης κτλ.

Από την πρώτη στιγμή, ακόμη και πριν τη φωτιά, τη διαφωνία της σχετικά με τη χωροθέτηση της επένδυσης, κατέθεσε η Διεύθυνση Συντονισμού & Επιθεώρησης Δασών, καθώς και το Δασαρχείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο, σε έγγραφό του, υπογράμμιζε:

«…Σας υπενθυμίζουμε ότι η λειτουργία των αντιπυρικών ζωνών σχετίζεται τόσο με επίγειες όσο και με επικουρικές εναέριες επεμβάσεις κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών…. Τέλος επισημαίνουμε ότι η συγκεκριμένη αντιπυρική ζώνη είναι ύψιστης σημασίας καθώς βρίσκεται:

  1. Σε περιοχή με αναδασώσεις πεύκης
  2. Βόρεια της Εγνατίας οδού

iii. Βόρεια της τουριστικής παραλιακής ζώνης του Δήμου Αλεξανδρούπολης η οποία καλύπτεται από πευκοδάση».

Τον Μάιο του ’23,  η Διεύθυνση Συντονισμού & Επιθεώρησης Δασών γνωμοδότησε αρνητικά για το έργο, αναφέροντας ότι:

«… η Υπηρεσία μας δεν συμφωνεί με την εγκατάσταση του εν λόγω αιολικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Αντιπυρικής Ζώνης Προστασίας, διότι η λειτουργία των αντιπυρικών  ζωνών σχετίζεται τόσο με τις επίγειες επεμβάσεις όσο και με τις επικουρικές εναέριες επεμβάσεις κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών. Ως εκ τούτου, η εγκατάσταση των Α/Γ θα εμποδίσει την πτήση και την ορθή λειτουργία των εναέριων πυροσβεστικών μέσων».

Κατά πλειοψηφία αρνητικά γνωμοδότησε και το Συμβούλιο Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΠΕΣΠΑ) Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων της δραστηριότητας, αναφέροντας ότι:

«…με την εγκατάσταση της δραστηριότητας εντός αντιπυρικής ζώνης προστασίας, όπως υποδεικνύεται από το ΓΕΕΘΑ, αναιρείται ο σκοπός της αντιπυρικής ζώνης και δεν επιτρέπεται καμία δραστηριότητα εντός αυτής καθώς η λειτουργία των αντιπυρικών ζωνών σχετίζεται τόσο με επίγειες όσο και με τις επικουρικές εναέριες επεμβάσεις κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών».

Θετική, πριν και μετά την πυρκαγιά, για την επένδυση ήταν  η γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης (ΚΕΣΠΑ) με το σκεπτικό ότι: «… η προσήκουσα λύση είναι η τοποθέτηση των ανεμογεννητριών στην αντιπυρική ζώνη όπως αναφέρθηκε στο με α.π. ΥΠΕΝ/ΔΠΔ/19223/1131/24-2-2023 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του ΥΠΕΝ, υπό τον όρο υλοποίησής του, μετά την άρση του μορατόριουμ στην περιοχή, λόγω της πυρκαγιάς του Αυγούστου του 2023».

Οι λόγοι της απόρριψης

Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην απόφαση απόρριψης της ΜΠΕ του έργου από την Αποκεντρωμένη, «το γεγονός ότι οι μελέτες του προτεινόμενου έργου συντάχθηκαν προγενέστερα του γεγονότος της πυρκαγιάς, και δεν είναι επικαιροποιημένες προκειμένου η εκτίμηση των επιπτώσεων να βασίζεται στα κατά τον χρόνο της εκτίμησης βέλτιστα, διαθέσιμα επιστημονικά και πραγματικά δεδομένα και πληροφορίες, αποφασίζουμε την απόρριψη έγκρισης περιβαλλοντικών όρων επί της Μ.Π.Ε. για την κατασκευή και λειτουργία του έργου».

Ως λόγοι της απόρριψης αναφέρονται τα εξής:
«…  οι θέσεις εγκατάστασης των ανεμογεννητριών και του οικίσκου ελέγχου εντός της αντιπυρικής ζώνης προστασίας, η οποία έχει διανοιχθεί στο πλαίσιο εφαρμογής μελέτης δασοτεχνικού έργου, ενδέχεται να παρεμποδίζουν την λειτουργία και να αναιρείται ο σκοπός διάνοιξης της ζώνης αυτής και η αποστολή της, κατά την επιχείρηση των επίγειων και των εναέριων μέσων πυρόσβεσης,.

Η θέση εγκατάστασης του προτεινόμενου έργου εμπίπτει εντός της πληγείσας περιοχής από την πυρκαγιά του Αυγούστου του 2023 και η Μ.Π.Ε. και η Ε.Ο.Α. δεν βασίζονται σε επικαιροποιημένες επιστημονικές πληροφορίες και πραγματικά δεδομένα για την διενεργούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων.

Ως εκ τούτου δεν διασφαλίζεται το επίκαιρο αυτών, λόγω μεταβολής κρίσιμων δεδομένων, που πρέπει να αξιολογηθούν κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης».