ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ: Σενάριο παραπομπής Τραμπ σε περίπτωση νίκης των Δημοκρατικών – Πώς επηρεάζεται η Ευρώπη

Παρότι οι ενδιάμεσες εκλογές γίνονται στον απόηχο του πολέμου στο Ιράν, για τους Αμερικανούς το Ιράν φαίνεται μακριά και ο εναγκαλισμός με το Ισραήλ έχει κουράσει. Το βέβαιο είναι ότι οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ και οι εκλογές στο Ισραήλ είναι αλληλένδετες εξαιτίας της ειδικής σχέσης Τραμπ – Νετανιάχου και δεν αφορούν απλώς τη διακυβέρνηση της μιας ή της άλλης χώρας, όπως στο παρελθόν. Η μελλοντική κυβέρνηση του Ισραήλ –με ή χωρίς τον Νετανιάχου– θα έχει άμεσο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή και οποιαδήποτε αλλαγή στον εκλογικό χάρτη των ΗΠΑ θα μπορούσε να διαμορφώσει όχι μόνο τους πολέμους, αλλά και τις εξελίξεις στην Ε.Ε., τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας, το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας, της γεωπολιτικής και τις διεθνείς σχέσεις.

Τα θέματα στις ΗΠΑ

Το κόστος ζωής, ο πληθωρισμός, η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη, οι θέσεις εργασίας και τα κέντρα δεδομένων (data centers) αποτελούν ζητήματα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται, επίσης, ο ρόλος του χρήματος στην πολιτική. Τα ποσά που δαπανώνται για τις προεκλογικές εκστρατείες στις ομοσπονδιακές εκλογές έχουν διπλασιαστεί τα τελευταία 20 χρόνια, ενώ αλλάζουν και οι σχετικοί κανόνες.

Τα όπλα των Δημοκρατικών

Με βάση τα πρότυπα παρακολούθησης του παρελθόντος, τεκμηριώνονται τα πλεονεκτήματα των Δημοκρατικών εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου:

  • Ασυνήθιστα υψηλό ενδιαφέρον για τα εκλογικά μεγέθη, με σαφές προβάδισμα των Δημοκρατικών έναντι των Ρεπουμπλικανών. Το πλεονέκτημα των Δημοκρατικών δεν εμφανίζεται μόνο στην πρόθεση ψήφου, αλλά και σε δείκτες πολιτικής εμπλοκής και κινητοποίησης.
  • Στις ενδιάμεσες εκλογές ευνοείται η αντιπολίτευση και όχι ο πρόεδρος. Σύμφωνα με ανάλυση του Brookings, το κόμμα του προέδρου έχασε έδρες στις 20 από τις 22 ενδιάμεσες εκλογές από το 1938 έως το 2022.
  • Το χαμηλό ποσοστό αποδοχής του έργου του προέδρου Τραμπ δεν αφήνει να διασφαλιστούν τα οφέλη για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Στη δημοσκόπηση AP-NORC του Οκτωβρίου, περίπου τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων αποδοκίμαζαν τον χειρισμό της οικονομίας από τον Τραμπ και το 79% αποδοκίμαζε τον χειρισμό του κόστους ζωής. Παράλληλα, περίπου οκτώ στους δέκα ψηφοφόρους ζητούσαν σημαντική αλλαγή ή πλήρη ανατροπή του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
  • Ενώ στο παρελθόν ζητήματα όπως το Ιράν ή οι τιμές των καυσίμων συγκαταλέγονταν στα σημαντικότερα θέματα, στην τρέχουσα εκλογική περίοδο το κυρίαρχο ζήτημα είναι ο «πληθωρισμός και το κόστος ζωής» – ο τομέας στον οποίο οι Δημοκρατικοί διαθέτουν σημαντικό προβάδισμα.
  • Το δεύτερο σημαντικότερο ζήτημα σε αυτόν τον κύκλο εντάσσεται στην κατηγορία «απειλές κατά της δημοκρατίας». Πρόκειται για το ζήτημα που θεωρείται το πιο κρίσιμο από τους Δημοκρατικούς και στο οποίο, επίσης, απολαμβάνουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα.

Τα όπλα των Ρεπουμπλικανών

Υπάρχουν ακόμη σημαντικά πλεονεκτήματα για τους Ρεπουμπλικανούς, στα οποία δεν δίνεται η δέουσα βαρύτητα στην κάλυψη της φετινής προεκλογικής περιόδου:

  • Η κομματική ταύτιση παραμένει ισορροπημένη.
  • Ο πρόεδρος Τραμπ εξακολουθεί να επωφελείται από μια αφοσιωμένη κομματική βάση.
  • Οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν το προβάδισμα σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η ασφάλεια των συνόρων και η μετανάστευση, η εγκληματικότητα, καθώς και η απασχόληση και η οικονομία.
  • Συνολικά, στο ερώτημα ποιο κόμμα διαχειρίζεται καλύτερα τα ζητήματα που θεωρούνται σημαντικότερα από τους ψηφοφόρους, οι Δημοκρατικοί προηγούνται οριακά, με διαφορά μόλις τριών ποσοστιαίων μονάδων.
  • Η οργάνωση «MAGA Inc.» και οι επιτροπές στήριξης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος διαθέτουν ισχυρή οικονομική θέση.
  • Η εικόνα του Δημοκρατικού Κόμματος παραμένει αρκετά αδύναμη, με βάση τα ιστορικά δεδομένα.
  • Τα σημερινά ποσοστά των Ρεπουμπλικανών είναι καλύτερα σε σύγκριση με εκλογικές αναμετρήσεις του παρελθόντος (όπως το 2006, το 2008 και το 2018), κατά τις οποίες οι Δημοκρατικοί είχαν σημειώσει σημαντικά κέρδη στο Κογκρέσο.
  • Ο αριθμός των εδρών που κρίνονται οριακά («αμφίρροπες» ή με ελαφρύ προβάδισμα για κάποια πλευρά) είναι εξαιρετικά ισορροπημένος (18 έδρες για τους Ρεπουμπλικανούς και 18 για τους Δημοκρατικούς), γεγονός που υποδηλώνει ότι η μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων θα είναι αμφίρροπη και όχι μια εκλογική αναμέτρηση που χαρακτηρίζεται από σαρωτικό ρεύμα υπέρ της μιας πλευράς.

Το διακύβευμα

Στις 3 Νοεμβρίου 2026, οι Αμερικανοί θα ψηφίσουν στις πιο σημαντικές ενδιάμεσες εκλογές. Από τις κάλπες θα κριθούν οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων και οι 35 έδρες της Γερουσίας. Οι νέοι βουλευτές και γερουσιαστές θα συγκροτήσουν το 120ό Κογκρέσο των ΗΠΑ, που θα αρχίσει να λειτουργεί τον Ιανουάριο του 2027. Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις, η Βουλή των Αντιπροσώπων αναμένεται να περιέλθει στον έλεγχο των Δημοκρατικών, ενώ η μάχη για τη Γερουσία διαγράφεται αμφίρροπη. Εκτός από το Κογκρέσο, πάνω από 30 Πολιτείες θα εκλέξουν κυβερνήτες και γενικούς εισαγγελείς, με σημαντικές συνέπειες για την επιβολή του νόμου, την εκπαιδευτική πολιτική και την ασφάλεια των κοινοτήτων και το μεταναστευτικό σε πολιτειακό επίπεδο. Το εκλογικό αποτέλεσμα επεκτείνεται σε κάθε γωνιά της αμερικανικής ζωής.

Παρά το ότι η ρητορική της «κρισιμότητας» είναι συνηθισμένη σε πολιτικές αναμετρήσεις, σε αυτές τις εκλογές είναι συγκεκριμένο το διακύβευμα. Το πρώτο είναι ο έλεγχος του Κογκρέσου. Το δεύτερο είναι η ισχύς της κυβέρνησης Τραμπ. Οι εκλογές αποτελούν ένα άτυπο εθνικό δημοψήφισμα για το δεύτερο μισό της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ. Το τρίτο είναι η τύχη του προέδρου Τραμπ. Ο ίδιος ο Τραμπ τον Ιανουάριο του 2026 σε συνέδριο των Ρεπουμπλικανών ήταν ξεκάθαρος: «Πρέπει να κερδίσουμε τις ενδιάμεσες εκλογές, γιατί αν δεν τις κερδίσουμε θα βρουν έναν λόγο να με παραπέμψουν».