ΟΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Πόλεμος Ιράν: Γιατί η Κίνα κρατά το κλειδί της «οικονομικής D-Day»

Όταν οι βομβαρδισμοί αποτυγχάνουν, το χρήμα γίνεται το τελευταίο όπλο. Η αμερικανική στρατηγική στο Ιράν ανατράπηκε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο: αφού η στρατιωτική ισχύς δεν κατάφερε να λυγίσει την Τεχεράνη, η Ουάσινγκτον επιστρέφει εκ των υστέρων στις οικονομικές κυρώσεις που προσπάθησε να προσπεράσει.

Ανακηρύσσοντας μια νέα «οικονομική D-Day», ο Λευκός Οίκος παίζει το τελευταίο του χαρτί. Μόνο που αυτή τη φορά, ο πραγματικός ρυθμιστής της παγκόσμιας αυτής σκακιέρας δεν βρίσκεται στην Ουάσινγκτον, αλλά στην Κίνα.

Συνήθως η Ουάσινγκτον προσεγγίζει ένα πρόβλημα, όπως η αποσυναρμολόγηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με άμεση διπλωματία. Εάν αυτή δεν οδηγήσει πουθενά, οι αξιωματούχοι προσθέτουν κλιμακούμενες οικονομικές κυρώσεις, εισάγοντας το στοιχείο του καταναγκασμού. Η στρατιωτική δράση αποτελεί την έσχατη λύση, και μόνο εάν ο πρόεδρος κρίνει ότι το ρίσκο για τις ζωές των Αμερικανών αξίζει το πιθανό όφελος.

Το «μεγάλο πείραμα»

Όμως ο Τραμπ πήδηξε από έναν σύντομο γύρο διπλωματίας κατευθείαν σε βομβαρδισμούς, με στόχο να εξαναγκάσει τη χώρα να παραδώσει τα αποθέματά των 11 τόνων εμπλουτισμένου ουρανίου, συμπεριλαμβανομένης μιας παρτίδας που ήταν σχεδόν έτοιμη για κατασκευή βόμβας, και ενδεχομένως να προκαλέσει την κατάρρευση της κυβέρνησης.

Οι επιθέσεις απέτυχαν και στους δύο στόχους, με κόστος 18 αμερικανικές ζωές, εκατοντάδες ή χιλιάδες νεκρούς Ιρανούς και ένα τίμημα που ανεξάρτητοι αναλυτές υπολογίζουν σε πάνω από 100 δισεκατομμύρια δολάρια, αν και οι εκτιμήσεις του Πενταγώνου είναι χαμηλότερες.

Και μόλις τώρα Τραμπ και Μπέσεντ δοκιμάζουν ένα ακόμη μεγάλο πείραμα (Operation Economic Outcast), το οποίο ο Λευκός Οίκος περιέγραψε ως «μια πρωτοφανή εκστρατεία για την αποκοπή κάθε εναπομείναντος οικονομικού σωσίβιου που συντηρεί την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν».

Ο αστάθμητος παράγοντας της Κίνας

Το σχέδιο δεν είναι εξωπραγματικό. Όπως περιγράφηκε από τον Μπέσεντ περιλαμβάνει τον στραγγαλισμό κάθε συναλλαγής που διοχετεύει χρήματα στην Τεχεράνη, είτε πρόκειται για καλά συγκαλυμμένες ψηφιακές συναλλαγές, είτε για μεταφορές πετρελαίου από πλοίο σε πλοίο, είτε για τη διακίνηση χρυσού ανά τον κόσμο.

«Αυτή είναι μια συντονισμένη επιχείρηση για την κατάρρευση κάθε τελευταίας επιλογής του Ιράν», δήλωσε τη Δευτέρα σε συνέντευξη Τύπου στο Υπουργείο Οικονομικών ο Μπέσεντ.

Τα ερωτήματα

Όμως η προσπάθεια εγείρει μια σειρά από ερωτήματα που ο Λευκός Οίκος δεν έχει απαντήσει σύμφωνα με την ανάλυση των Νew York Times. Πρώτο μεταξύ αυτών είναι γιατί, εάν ήταν δυνατές τόσο αεροστεγείς κυρώσεις, δεν εφαρμόστηκαν πριν ο Τραμπ διατάξει τον αμερικανικό στρατό σε μάχη, εκθέτοντας ελλείψεις βασικών πυρομαχικών και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος.

Και τώρα που ο στρατός, σύμφωνα με τα λόγια του Μπέσεντ, «έθεσε τις βάσεις» για την επιτυχία, τι γίνεται με την Κίνα, η οποία αγόρασε περισσότερο από το 80% των εξαγωγών ιρανικού πετρελαίου το 2025; Είναι η κυβέρνηση διατεθειμένη να ρισκάρει μια άλλη άμεση αναμέτρηση με το Πεκίνο, με το οποίο βρίσκεται ήδη σε αντιπαράθεση για την τεχνητή νοημοσύνη, την Ταϊβάν, την ταχεία πυρηνική επέκταση και την τεράστια υπερβάλλουσα παραγωγή που απειλεί την παγκόσμια οικονομία;

Η αρχική D-Day, στις ακτές της Νορμανδίας, δεν απαιτούσε κινεζική συμμετοχή. Αυτή η οικονομική D-Day την απαιτεί, και δεν υπάρχει μέχρι στιγμής καμία ένδειξη ότι αυτή θα υπάρξει, έναν μήνα πριν ο Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ φτάσει στην Ουάσινγκτον για την πρώτη του επίσημη επίσκεψη μετά από περισσότερο από μία δεκαετία.

«Αυτό θα είναι δύσκολο», δήλωσε τη Δευτέρα ο Πίτερ Χάρελ, επισκέπτης ερευνητής στη Νομική Σχολή του Τζόρτζταουν, ο οποίος έχει γράψει εκτενώς για τα όρια των οικονομικών κυρώσεων.

Τα διπλωματικά διλήμματα και οι ισορροπίες με το Πεκίνο

Νωρίτερα φέτος, αποφασίζοντας πώς θα γονατίσει το Ιράν, ο Τραμπ «είχε την επιλογή είτε να γίνει πολύ σκληρός με τους Κινέζους -πράγμα που δεν ήθελε να κάνει λόγω της δικής του οικονομικής ατζέντας με τον Σι- είτε να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά δεξαμενόπλοια», σημείωσε ο κ. Χάρελ.

«Αποδείχθηκε ότι ήταν πολιτικά ευκολότερο να επιβληθεί αποκλεισμός σε όλα τα ιρανικά δεξαμενόπλοια παρά να πει στους Κινέζους “θα επιβάλουμε κυρώσεις στις μεγάλες εταιρείες σας” εάν συνέχιζαν το εμπόριο με το Ιράν».

Εξακολουθεί να είναι ένα λεπτό ζήτημα. Ο Μπέσεντ απείλησε με τις λεγόμενες «δευτερογενείς κυρώσεις» όλα τα έθνη που συνεχίζουν να κάνουν επιχειρήσεις με το Ιράν. Όμως, σε ένα άρθρο γνώμης για τους Financial Times το Σαββατοκύριακο και στη συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα, ο Μπέσεντ δεν πρόφερε ποτέ τη λέξη «Κίνα». Έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την οργή της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου, του ενός έθνους που μπορεί κάλλιστα να καθορίσει εάν αυτή η νέα στρατηγική του Λευκού Οίκου έχει μια ευκαιρία.