Αποθήκευση CO₂ στον Πρίνο: είναι μακέτο τούτο το έργο;

Το έργο για την υπόγεια αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα (CO₂) στα κοιτάσματα πετρελαίου του Πρίνου στη Θάσο παρουσιάστηκε στο συνέδριο της ΕΑΓΜΕ (Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών), που έγινε στις 3-4 Ιουλίου, ως βήμα προς μια πιο πράσινη, μεταλιγνιτική εποχή. Αργυρός χορηγός του συνεδρίου υπήρξε η Enearth, θυγατρική της Energean, που θα αναλάβει την υλοποίηση του έργου ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ. Στο συνέδριο ωστόσο δεν εμφανίστηκε κάποιος από τους εκπροσώπους της. Αντιθέτως, εκεί βρέθηκαν εκπρόσωποι της Energean, της ΕΔΕΥΕΠ (Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων), του ΕΚΕΤΑ (Εθνικό Κέντρο Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης), του ΕΜΠ και της Τσιμεντοβιομηχανίας Ηρακλής.
Η Κατερίνα Σάρδη, country manager της Energean στην Ελλάδα, χαρακτήρισε τον Πρίνο ως το «πιο σίγουρο μέρος» για την αποθήκευση CO₂, επικαλούμενη την πολύχρονη εξορυκτική δραστηριότητα στην περιοχή. «Μετά από 44 χρόνια λειτουργίας, ο Πρίνος έχει μελετηθεί σε πολύ μεγάλο βάθος. Επομένως είναι ένας πολύ γνωστός γεωλογικός σχηματισμός, που έχει κριθεί κατάλληλος για την αποθήκευση CO₂», σημείωσε. Τ
ο ίδιο υποστήριξε και ο καθηγητής του ΕΜΠ Βασίλειος Γαγάνης: «Ο Πρίνος έχει το αβαντάζ ότι είναι ένα κλειστό σύστημα. Μπορεί να το φανταστούμε εντελώς απλουστευτικά σαν ένα σπήλαιο. Ο,τι μπει λοιπόν μέσα είναι από τη φύση του εγκλωβισμένο». «Το θέμα μας είναι μην τυχόν έχουμε διαρροή. Στην περίπτωση του Πρίνου είμαστε σχεδόν 100% σίγουροι ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ, γιατί υπήρχε το γεωλογικό υπόβαθρο και ξέρουμε τη γεωλογία. Ξέρουμε τα πάντα σε κάθε λεπτομέρεια», υποστήριξε ο Νικόλαος Κούκουζας, ερευνητής του ΕΚΕΤΑ.
Οι τρεις τεχνοκράτες παραγνώρισαν πως η παλαιότητα ενός κοιτάσματος πετρελαίου δεν αποτελεί εγγύηση για την ασφαλή αποθήκευση ενός άλλου στοιχείου (CO₂). Χρησιμοποίησαν μια γλώσσα τεχνοκρατική. Παρέλειψαν οποιαδήποτε αναφορά τόσο στα ρίσκα (σεισμικότητα, διαρροές, κόστος αποκατάστασης) όσο και στις εναλλακτικές λύσεις.
Ο CEO των Τσιμέντων Ηρακλής, Νικόλαος Μπόζος, μίλησε για την αναγκαιότητα «αλυσίδας αξίας» – από την τσιμεντοβιομηχανία, στην Energean και τελικά στο μέσο μεταφοράς CO₂, που «θα είναι ένα πλοίο». Μόνο που καμία από αυτές τις κρίσιμες τεχνολογικές υποδομές δεν είναι έτοιμη και όλες βασίζονται σε πολλαπλές αβέβαιες επενδυτικές αποφάσεις που «πρέπει να ταυτοχρονιστούν» για να λειτουργήσει το σχέδιο. Η φράση του ότι «ο Πρίνος πρέπει κατά προτεραιότητα να εξυπηρετεί τσιμεντοβιομηχανίες που συνεχίζουν να παράγουν CO₂ λόγω των δραστηριοτήτων τους» καθιστά σαφές το βασικό ζήτημα: το CCS (γεωλογική αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα) εμφανίζεται ως λύση για την επιβίωση συγκεκριμένων εταιρειών, όχι για τη μείωση του συνολικού ανθρακικού αποτυπώματος της χώρας.
Την εικόνα ολοκληρώνει ο Ευθύμιος Ταρτάρας, εκπρόσωπος της ΕΔΕΥΕΠ. Η αισιοδοξία του πως «μέχρι τον Δεκέμβρη θα διευθετηθούν όλα τα ζητήματα» και ότι η Ελλάδα «μαθαίνει από τις καλές πρακτικές Ολλανδίας και Δανίας» έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την απουσία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης. Το γεγονός ότι η ίδια η ΕΔΕΥΕΠ συμμετέχει στον σχεδιασμό και ταυτόχρονα εποπτεύει την εφαρμογή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα σύγκρουσης ρόλων.
Την ίδια στιγμή οι αναφορές στα λεγόμενα Contracts for Differences (CfD/ συμβόλαια επί διαφοράς) αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο της μετακύλισης του κόστους αποθήκευσης στους φορολογούμενους. Εφόσον η εταιρεία ENEARTH εξασφαλίσει εγγυημένη τιμή για την «υπηρεσία» της (δηλαδή την αποθήκευση CO₂) μέσω CfD, τότε οποιαδήποτε διαφορά ανάμεσα στην εγγυημένη τιμή και την πραγματική τιμή της αγοράς θα καλύπτεται από δημόσιους πόρους. Αυτό σημαίνει πως αν δεν υπάρχουν αρκετοί ρυπαίνοντες να πληρώσουν για να αποθηκεύσουν CO₂ ή αν η αγορά της αποθήκευσης άνθρακα αποδειχθεί ασύμφορη, το κενό θα καλύπτεται από το κράτος, δηλαδή από τους πολίτες, με τρόπο που νομιμοποιεί εμμέσως τη διαρκή επιδότηση της Energean για ένα έργο που ίσως δεν λειτουργήσει ποτέ.
Αξίζει, τέλος, να αναφερθεί η τοποθέτηση του κ. Κούκουζα για την «κοινωνική αποδοχή» σχετικών έργων. Με εμφανή απόσταση από τις τοπικές κοινωνίες, διαπίστωσε πως «όταν δεν ξέρεις, είσαι αρνητικός» και κατέφυγε στο επιχείρημα ότι «το CO₂ υπάρχει και στην Coca-Cola». «Δουλέψαμε με κάποια εταιρεία συμβούλων που κάνουν focus group. Εκεί, άλλαξε το σκηνικό και εκεί οι τεχνολογίες διοξειδίου του άνθρακα έγιναν πιο προσιτές στον κόσμο. Καταλάβανε τι είναι CO₂. (…) Το CO₂ βγαίνει σε φυσική μορφή στη Φλώρινα. Το ξινό νερό που πίνουμε έχει CO₂. Αυτό δεν το ξέρανε. Οταν λοιπόν ο κόσμος μάθει, προφανώς το αποδέχεται», είπε, λογαριάζοντας τους ντόπιους για ιθαγενείς και συγχέοντας το διατροφικό CO₂ με τους βιομηχανικούς κινδύνους της μακροχρόνιας αποθήκευσής του.
Συνολικά, η παρουσίαση της «ωριμότητας» του Πρίνου στο συνέδριο της ΕΑΓΜΕ στηρίζεται σε ένα θεμέλιο τεχνικο-ρητορικής αυτοπεποίθησης και λογικών αλμάτων. Η γεωλογία της περιοχής παρουσιάστηκε ως απόλυτα γνωστή, χωρίς ωστόσο να παρατεθεί ούτε μια τρισδιάστατη μακέτα της. Ενώ οι περισσότεροι εκ των ομιλητών ανέφεραν πως έχουν ήδη υπογραφεί περί τα 15 μνημόνια κατανόησης και συνεργασίας ρυπαινόντων – αποθηκευτή επί του θέματος.
Τεχνοκράτες στη γη των «ιθαγενών»

Τέσσερις μέρες αργότερα, οι εκπρόσωποι των ίδιων φορέων επισκέφτηκαν την Καβάλα. Εκεί τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός πως το δημοτικό συμβούλιο με αντικείμενο το έργο της αποθήκευσης θύμιζε διάλογο δήμου – εταιρείας, χωρίς εισήγηση από πλευράς του δήμου, χωρίς ενημερωτικά φυλλάδια.
Η Σοφία Σταματάκη, πρώην πρόεδρος ΕΔΕΥΕΠ και καθηγήτρια στη σχολή Μηχανικών Μεταλλείων του ΕΜΠ, προσπάθησε να εξηγήσει τις φάσεις του έργου και να διαβεβαιώσει το κοινό για την ασφάλειά του. Ωστόσο, η ίδια απάντησε σε ερωτήσεις του Δ.Σ. με επιλεκτική αναφορά σε δεδομένα. Επανέλαβε πως «δεν αγγίζονται παλιές γεωτρήσεις» και πως «η πίεση θα είναι χαμηλότερη από την πίεση ρηγμάτωσης», ενώ παραδέχτηκε ότι η πιθανότητα διαρροής είναι υπαρκτή, αν και απίθανη. Τόνισε τη σημασία της τεχνολογικής παρακολούθησης με χρήση οπτικών ινών και τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς να απαντήσει πειστικά για το ποιος ελέγχει ποιον και υπό ποιους όρους. Περιέγραψε μάλιστα ως μοναδικό όφελος για τους κατοίκους της περιοχής από το έργο το άνοιγμα 40 νέων θέσεων εργασίας (sic)!
Σε μια αξιοσημείωτη προσπάθεια κανονικοποίησης του ρίσκου είπε: «Το πετρέλαιο είναι εκατομμύρια χρόνια μέσα εκεί με υδρόθειο και διοξείδιο του άνθρακα, μέσα σε αυτόν τον χώρο έχουν γίνει σωρεία τεκτονικών δράσεων. Αν υπήρχε θέμα διαρροής, δεν θα είχαμε σήμερα αυτή τη συγκέντρωση υδρογονανθράκων», ενώ λίγο αργότερα πρόσθεσε: «δυστυχώς, δεν υπάρχει μηδενικό ρίσκο, ούτε στην καθημερινότητά μας».
Ο πρόεδρος της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, ξεκίνησε με ένα ύποπτο είδος αυτοκριτικής: «Να ζητήσω συγγνώμη γιατί δεν έχουμε έρθει πιο νωρίς» είπε. Τόνισε τη μεταρρύθμιση της ΕΔΕΥΕΠ, την ανάληψη αρμοδιοτήτων υπόγειας αποθήκευσης και την εποπτεία έργων υδρογονανθράκων, παρουσιάζοντας την υπηρεσία ως «ανεξάρτητη αρχή ασφάλειας». Ο κ. Στεφάτος χρησιμοποίησε ένα ατεκμηρίωτο είδος ρητορικής κύρους (αναφορά σε Global CCS Institute, συνεργασία με «Ηρακλής», συμμετοχή σε ευρωπαϊκές επιτροπές) η οποία δεν άργησε να γίνει αντιληπτή από τους πολίτες που παρακολουθούσαν, με τον ίδιο να αντιδρά έντονα στις επικρίσεις τους: «Δεν σας ξέρω για να σας σέβομαι»!
Ο καθηγητής Γαγάνης υιοθέτησε έναν μετριοπαθή τόνο, προσπαθώντας να γεφυρώσει την «πόλωση» μεταξύ πολιτών και τεχνοκρατών. Επικαλέστηκε την αντικειμενικότητα της τεχνικής γνώσης και ανέδειξε την κλιματική κρίση ως ηθική βάση του CCS, με γενικεύσεις του τύπου: «Για να εξαφανίσουμε το διοξείδιο, ένας τρόπος είναι, να σταματούμε τα ορυκτά καύσιμα, κάτι που φαίνεται αδύνατο γιατί ολόκληρες οικονομίες στηρίζονται σ’ αυτά. Ετσι, λοιπόν, φτάσαμε να σκαρφιστούμε ποια μπορεί να είναι η ενδιάμεση λύση. (…) Ετσι έπεσε στο τραπέζι η ιδέα του CCS, γιατί οι ποσότητες είναι τόσο μεγάλες, που μπορούν να αποθηκευτούν μόνο σε πολύ μεγάλους υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς», για να συμπληρώσει λίγο αργότερα: «Επιτρέψτε μου να πω ότι το διοξείδιο δεν είναι ρύπος, υπό την έννοια ότι, αν το συγκεντρώναμε, δεν θα πεθαίναμε, θα καιγόμασταν όμως».
Οι κρίσιμοι κίνδυνοι στα… ψιλά γράμματα
«ΜΠΟΡΟΥΝ ΟΙ ΥΠΟΤΕΛΕΙΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ;»*

Από την πλευρά της τοπικής κοινωνίας τοποθετήθηκε ο πρώην πρόεδρος του ΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας και αναπληρωτής καθηγητής ΔΠΘ (αφύπ.), δρ πολιτικός μηχανικός, Λάζαρος Βασιλειάδης, παρουσιάζοντας ένα εντελώς διαφορετικό αφήγημα. Επιχείρησε να αποδομήσει τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας της εταιρείας, θέτοντας ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας CCS (δέσμευση, μεταφορά και αποθήκευση CO₂). Οπως σημείωσε, σε παγκόσμιο επίπεδο λειτουργούν σήμερα μόλις 41 μονάδες CCS, που αποθηκεύουν 49 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως – ποσότητα που αντιστοιχεί στις ετήσιες εκπομπές της Αυστρίας και είναι μικρότερη από εκείνες της Ελλάδας. Υπογράμμισε πως οι περισσότερες από αυτές τις μονάδες δεν αποθηκεύουν CO₂ από βιομηχανικές πηγές, αλλά από το φυσικό αέριο κατά την εξόρυξή του, ενώ πολλές εξ αυτών χρησιμοποιούν το CO₂ για βελτιωμένη ανάκτηση πετρελαίου, μια πρακτική που δεν συμβάλλει στην κλιματική ουδετερότητα.
Επιπλέον, τόνισε τον πειραματικό χαρακτήρα του έργου στον Πρίνο καθώς θα είναι το πρώτο του είδους του στην Ευρώπη που θα φιλοξενεί βιομηχανικό CO₂, το οποίο θα εισάγεται μέσω πλοίων, θα υγροποιείται, θα αποθηκεύεται σε δεξαμενές και στη συνέχεια θα εισπιέζεται στον υποθαλάσσιο ταμιευτήρα. Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τη μελέτη της ίδιας της ΕΔΕΥΕΠ, συνεπάγεται σημαντικά κόστη, υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις και εκπομπές ρύπων κατά τη μεταφορά και την επεξεργασία, οι οποίες δεν αντισταθμίζονται πλήρως από τη μείωση του CO₂.
Ο κ. Βασιλειάδης αναφέρθηκε επίσης στη σεισμική επικινδυνότητα της περιοχής, κάνοντας λόγο για αδυναμία της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) να λάβει επαρκώς υπόψη της τις συνέπειες ενός φυσικού ή επαγόμενου σεισμού. Οπως τόνισε, η χρήση του αντισεισμικού κανονισμού της χώρας για την τεκμηρίωση της ασφάλειας του έργου είναι παραπλανητική, καθώς ο κανονισμός αυτός αφορά κατασκευές κανονικού κινδύνου (σπίτια – γέφυρες), η ενδεχόμενη βλάβη των οποίων περιορίζεται στο ίδιο το έργο, στο περιεχόμενό του ή στην άμεση γειτονιά του και δεν καλύπτει έργα υψηλού κινδύνου, όπως φράγματα, πυρηνικά εργοστάσια, υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης υπό υψηλή πίεση. Στα έργα υψηλού κινδύνου, η ενδεχόμενη αστοχία μπορεί να έχει βαριές συνέπειες για τον άνθρωπο και το περιβάλλον σε μια ευρύτερη περιοχή έξω από την περιοχή του έργου.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη συνθήκη Νatura 2000, που αφορά την περιοχή όπου θα εγκατασταθεί το έργο της αποθήκευσης: «Διαβάστε αυτό που γράφει η μελέτη της εταιρείας για τις επιπτώσεις στη Natura: Η αλιευτική βιομηχανία μπορεί γενικά να μετεγκατασταθεί σε άλλους χώρους, χωρίς επιβλαβείς επιπτώσεις. Εφόσον η ιχθυοπανίδα, η καημένη θα προσθέσω εγώ, καταφέρει να απομακρυνθεί από το πεδίο που έχει επηρεαστεί. Ωστόσο, το πλησιέστερο ιχθυοτροφείο ενδέχεται να υποστεί βλάβη».
Ο Γιάννης Οικονομίδης, μηχανολόγος μηχανικός, πήρε τη σκυτάλη εστιάζοντας στους κρίσιμους κινδύνους του έργου. Αναφέρθηκε στην Οδηγία 31/2009 της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία επιτάσσει αυστηρούς κανόνες στην επιλογή γεωλογικών σχηματισμών και ρητή αξιολόγηση των μακροχρόνιων κινδύνων αποθήκευσης. Υπέδειξε ένα σοβαρό θεσμικό κενό, καθώς δεν διαφαίνεται ποιος θα εποπτεύει το έργο, ποιος θα εγκρίνει τις τελικές τεχνικές προδιαγραφές και ποιος θα αναλάβει τη διαχείριση του ταμιευτήρα στο μέλλον. «Η αξιολόγηση της καταλληλότητας του γεωλογικού σχηματισμού για την αποθήκευση του CO₂ γίνεται αποκλειστικά από στοιχεία της τεχνικής ομάδας της Energean. Δηλαδή, η Energean σχεδιάζει, η Energean εκτελεί, η Energean ελέγχει και η Energean παρέχει, ως εκ θαύματος, εγγυήσεις τις οποίες μάλιστα θεωρεί και επαρκείς για τη διασφάλιση της καταλληλότητας του γεωλογικού σχηματισμού. Παρ’ όλα αυτά, πουθενά δεν επιβεβαιώνεται ότι διαθέτει ικανή εμπειρία για την αποθήκευση του CO₂».
Κατήγγειλε ότι η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων υποβαθμίζει συστηματικά την κρισιμότητα των οικοσυστημάτων, όπως λιβάδια ποσειδωνίας και ιχθυοαποθέματα του κόλπου, ενώ απέφυγε να εξετάσει τις επιπτώσεις της οξίνισης των υδάτων σε περίπτωση διαρροής CO₂. Η αναφορά του στη μετατροπή του θαλασσινού νερού σε ασθενές ανθρακικό οξύ, με καταστροφικές συνέπειες για τη βιοποικιλότητα, υπογράμμισε και τους δυνητικούς κινδύνους για την αλιεία και τον τουρισμό.
Τέλος, ο κ. Οικονομίδης σχολίασε τον οικονομικό σχεδιασμό του έργου και τη χρηματοδοτική του εξάρτηση από κρατικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Υπέδειξε ότι η βιωσιμότητα της επένδυσης εξαρτάται άμεσα από τις τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο ρύπων. «Τυχόν πτώση των τιμών ενδέχεται να οδηγήσει σε οικονομική κατάρρευση του έργου, αφήνοντας πίσω έναν ταμιευτήρα υψηλού κινδύνου τον οποίο θα πρέπει να διαχειρίζονται οι τοπικές κοινωνίες και το κράτος επί αιώνες», είπε.
Το δημοτικό συμβούλιο Καβάλας κατέληξε στην υιοθέτηση ενός αρνητικού μεν προς το έργο, μετριοπαθούς, δε, ψηφίσματος.
● Αναφορά στο βιβλίο «Μπορούν οι υποτελείς να μιλήσουν;» της Καγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ
πηγή: efsyn.gr
